Σεξουαλική παρενόχληση
Ο νόμος ορίζει την σεξουαλική παρενόχληση ως "οποιαδήποτε ανεπιθύμητη λεκτική, μη λεκτική ή σωματική συμπεριφορά σεξουαλικού χαρακτήρα που αποσκοπεί ή έχει ως αποτέλεσμα την προσβολή της αξιοπρέπειας ενός προσώπου, ιδίως με τη δημιουργία εκφοβιστικού, εχθρικού, εξευτελιστικού, ταπεινωτικού ή επιθετικού περιβάλλοντος (άρθρο 2 περ. δ του ν. 3896/2010)".
Δεν υπάρχει διάκριση λόγω φύλου σε αυτούς που παρενοχλούν. Και οι γυναίκες μπορεί να παρενοχλήσουν σεξουαλικά τους άντρες ή άλλες γυναίκες και οι άνδρες άλλους άντρες.Η σεξουαλική παρενόχληση μπορεί να πάρει διάφορες μορφές, όπως σωματική βία, εξαναγκασμός – αναγκάζοντας κάποιον να κάνει κάτι που δεν θέλει, επαναλαμβανόμενα σεξουαλικά «αστεία», συνεχείς (ανεπιθύμητες) προτάσεις για ραντεβού, ή ανεπιθύμητο φλερτάρισμα σεξουαλικής φύσεως. Μπορεί να είναι κι ένα μεμονωμένο συμβάν – να ακουμπήσεις ή να χαϊδέψεις κάποιον άπρεπα, ή ακόμη και να τον κακοποιήσεις σεξουαλικά ή να τον βιάσεις. Η παρενόχληση δύναται να είναι ψυχολογική, λεκτική, ηθική, ρατσιστική ή εργασιακή και να δυσχεραίνει την επαγγελματική πορεία και ανέλιξη του ατόμου.
Όλες οι μορφές της σεξουαλικής παρενόχλησης συνδέονται από ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά. Έτσι, η συμπεριφορά είναι σεξουαλική φύσης, είναι μη αποδεκτή και ανεπιθύμητη, δημιουργεί ένα εχθρικό και αναξιοπρεπές περιβάλλον και οι απαιτήσεις σεξουαλικής φύσης γίνονται προϋπόθεση είτε για ευνοϊκή μεταχείριση στο χώρο εργασίας είτε για την αποφυγή δυσάρεστων συνεπειών.
Οι συνέπειες της σεξουαλικής παρενόχλησης είναι σοβαρές. Οι κυριότερες είναι η απώλεια ή ο κίνδυνος απώλειας της εργασίας (παραίτηση, απόλυση λόγω εκδίκησης, μετά από απόκρουση της παρενόχλησης εκ μέρους του θύματος) και ο περιορισμός των προοπτικών για επαγγελματική ανέλιξη. Συγχρόνως τα θύματα-αποδέκτες ανήθικων «προτάσεων» στο χώρο της εργασίας τους, βιώνουν πληθώρα άλλων συνεπειών (άγχος, κατάθλιψη, μειωμένη αυτοεκτίμηση, ενοχές, φοβίες, μετατραυματικό στρες) που οδηγούν στην συχνή απουσία τους από την εργασία.
Παρ’ ότι, η σεξουαλική παρενόχληση είναι ένα ζήτημα που αφορά την υγεία και την ασφάλεια των θυμάτων και το οποίο αντιμετωπίζεται, θα λέγαμε επαρκώς από τον Έλληνα νομοθέτη, συνήθως οι εν λόγω περιπτώσεις δεν καταγγέλλονται στις αρμόδιες αρχές λόγω της ελλιπούς ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης αλλά και της έλλειψης «καναλιών» υποστήριξης των θυμάτων. Το θύμα πολλές φορές όχι μόνο δεν βρίσκει το δίκιο του αλλά κατηγορείται ότι παρεξήγησε ένα «αθώο φλερτ» και η αντίδραση του χαρακτηρίζεται υπερβολική. Αυτό πρέπει να σταματήσει. Τα θύματα πρέπει να ενθαρρυνθούν να προβούν σε καταγγελία της θυματοποίησής τους. Κάθε καταγγελία είναι ιδιαιτέρως σημαντική, διότι μπορεί να οδηγήσει όχι μόνο στην τιμωρία του θύτη αλλά και στην αποτροπή των επίδοξων δραστών.






